|
|
09.01.08 |
Κάλλιο μάνα του φονιά, παρά του σκοτωμένου.
Κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος.
Του κλέφτη κλέψανε κουπί κι αυτός τους κλέβει βάρκα.
Στον τόπο τον καταραμένο το Μάη μήνα βρέχει.
Το δέντρο που περιγελάς στη πόρτα σου φυτρώνει.
Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι.
Γομάρι σ' έριξε -- γομάρι θα σε σηκώσει.
Όποιος τη νύχτα περπατεί, λάσπες και σκατά πατεί.
Δείξε μου τον κουμπάρο σου να σου πω πόσα έχειο κουμπαράς σου. Όποιος
δεν δομήθηκε μικρός, θα δομηθεί μεγάλος.
Εδώ γαμούν αρσενικούς και συ γυρεύεις νύφη.
Είναι (ο τάδε) σα το κάρβουνο? ή θα σε κάψει ή θα σε μουτζουρώσει.
Έκλασεν η νύφη, σχόλασεν ο γάμος.
Θέλει η πουτάνα να κρυφτεί και η χαρά δεν την αφήνει.
Καράβι που αργεί, σκατά είναι φορτωμένο.
Ξερά σκατά στον τοίχο δεν κολλάνε.
Ο καθένας την πορδή του μοσχολίβανο την έχει.
Ο κουφός και ο κλανιάρης πάνε δίπλα στα νταούλια.
(ο ένας για να ακούει και ο άλλος για να μην ακούγεται)
Οι πουτάνες κι οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές.
οι γύφτοι τα μαλώματα τα 'χουν για πανηγύρια.
Όποιος πηδάει πολλά παλούκια, το ένα μπαίνει στον κώλο του.
Παρακαλετό μουνί, ξινό γαμήσι.
Παιδιά, σκατά και σύννεφα δεν πιάνονται.
Πέρσι έχεσε, φέτος βρόμησε.
Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούνι τ' αρχίδια.
Πλέουν τα μήλα στο νερό, πλέουνε και οι κουράδες.
Πολλά μουνιά τριγύρω μου, στον πούτσο μου κανένα.
Πολύ κό-κό και κανένα αβγό.
Το μουνί και το χταπόδι, οσο το χτυπάς απλώνει.
Το μουνί και το πριόνι, όποιος δεν τα ξέρει ιδρώνει.
Το ράσο θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι.
Τον κώλο βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει.
Το ντέφι κι' η Αποκριά είναι του πούστη η χαρά.
Τ' αγγειά γινήκαν θυμιατά και τα σκατά λιβάνι.
Οι βλάχοι γίναν δήμαρχοι κι οι γύφτοι καπετάνιοι.
Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους.
Της γυναίκας ο καημός: λούσα, πούτσα και χορός.
Της κακιάς ψωλής, της φταίνε οι τρίχες.
Τι να πεθάνεις χωροφύλακας, τι να πεθάνεις 'νωματάρχης.
Σαν δεις καράβι στο βουνό, μουνί θα το 'χει σύρει.
Τον γάιδαρο, όσο και να τον στολίσεις, άλογο δεν γίνεται.
Τον Τούρκο φίλεψέ τον, τον κώλο σου φύλαξέ τον.
Το φτωχό και το χωριάτη, ξένοι πόνοι τον γερνάνε.
Του κουτσοδόντη παξιμάδι του τυχαίνει.
Του χοίρου το μαλλί δε γίνεται μετάξι.
Τρεχάτε ποδαράκια μου, να μη σας χέσει ο κώλος.
Τσάμπα ξύδι, γλυκό σα μέλι.
Τώρα που βρήκαμε παπά άς θάψουμε πέντ' έξι.
Πάν μέτρον ... 100 πόντοι.
Το πετρωμένο φαγείν αδύνατον.
Γύρο γύρο όλοι, εσύ πάρε μπιφτέκι.
Ένα μήλο την ημέρα δε σε χορταίνει.
Κύλησε ο τέντζερης και...πάει η σούπα.
Μιά του κλέφτη δυό του κλέφτη, πάει η σύνταξη παππού.
(και σύνθημα σε τοίχο) Η γριά κότα όπου να'ναι ψοφάει.
Η πουτάνα σαν γεράσει γίνεται καλόγρια.
Γάμος εις τα γέρατα ή σταυρός ή κέρατα.
Το σεξ είναι η όπερα του φτωχού.
|
|
|